Κατά τη διάρκεια των πενήντα χρόνων από την ανεξαρτησία του 1960, η Κύπρος έχει σταδιακά μετατραπεί από μία κατά βάση κλειστή οικονομία, που στηριζόταν στη γεωργία και την εξόρυξη μεταλλευμάτων, σε μία οικονομία παροχής υπηρεσιών, με προσανατολισμό στις εξαγωγές. Τα πρώτα χρόνια η αγροτική παραγωγή στράφηκε σε αρδευόμενα προϊόντα προς εξαγωγή, όπως πορτοκάλια, πατάτες, λαχανικά και σταφύλια, αλλά και προς την κτηνοτροφική παραγωγή για εσωτερική κατανάλωση. Τα πρώτα χρόνια της εκβιομηχάνισης οι προσπάθειες είχαν επικεντρωθεί στην αγροτική διαδικασία, στα αναψυκτικά και τον καπνό, για να ακολουθήσουν προϊόντα για τον κατασκευαστικό κλάδο, την ένδυση και την υπόδηση.

Μεγάλο μέρος αυτής της αλλαγής επιτεύχθηκε λόγω του ανοιχτού χαρακτήρα της οικονομίας. Ένα μεγάλο βήμα προς το άνοιγμα της οικονομίας έγινε το 1973, όταν η Κύπρος υπέγραψε συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Η είσοδος της Κύπρου στην Τελωνειακή Ένωση ήταν η πρώτη κίνηση για την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), τριάντα χρόνια αργότερα.

Η στρατιωτική εισβολή του 1974 και κατοχή πέραν του ενός τρίτου της Κύπρου από την Τουρκία, ήταν καταστροφική για την οικονομία, που χαρακτηρίστηκε από μαζική ανεργία και την απώλεια ενός πολύ σημαντικού μέρους της παραγωγικής ικανότητας της κυπριακής οικονομίας. Κατόπιν, ακολουθήθηκε μία αναπτυξιακή δημοσιονομική πολιτική όπως επιβαλλόταν για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της εισβολής και της κατοχής, ιδίως με δαπάνες για έργα υποδομών. Παράλληλα, έγιναν σημαντικές μειώσεις στους μισθούς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Όπως ήταν αναμενόμενο, σημειώθηκε μία απότομη μεταβολή στα δημόσια οικονομικά, με ελλείμματα γύρω στο 6% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), οδηγώντας σε αύξηση του δημόσιου χρέους και συσσώρευση των πληθωριστικών πιέσεων και των ελλειμμάτων τρεχουσών εξωτερικών συναλλαγών.
1.jpg Τουρισμός, Παραλία Πρωταρά Γεωργικές εργασίες – Κλάδεμα αμπελιών Εκφορτώσεις στο Λιμάνι Λεμεσού (εμπόριο) Τουρισμός, Παραλία Πρωταρά Υπηρεσίες – Κυπριακά Ταχυδρομεία Εργοστασιακή μονάδα παρασκευής πλαστικών Αιολικό Πάρκο Δορυφορικός σταθμός «Μακάριος»

Χάρη στις θυσίες των εργαζομένων και τις ικανότητες της επιχειρηματικής κοινότητας, σημειώθηκε μία αξιοσημείωτη ανάκαμψη της οικονομίας Η μεγάλη ανεργία που δημιουργήθηκε εξαιτίας της τουρκικής στρατιωτικής επιδρομής μετατράπηκε σε πλήρη σχεδόν απασχόληση μέσα σε τρία χρόνια. Αύξηση της απασχόλησης παρατηρήθηκε κυρίως στους χώρους των κατασκευών και της παροχής υπηρεσιών. Υπήρξε ισχυρή ενθάρρυνση προς Κύπριους εργαζόμενους να απασχοληθούν στο εξωτερικό, ιδίως στον κατασκευαστικό κλάδο στη Μέση Ανατολή / Αραβικές χώρες, ο οποίος απορρόφησε μεγάλο αριθμό εργαζομένων από την Κύπρο.

Κατά την περίοδο αυτή, οι κλάδοι του τουρισμού, της ναυτιλίας, της ηλεκτρικής ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών κατέγραψαν αξιόλογη άνοδο. Ο τραπεζικός τομέας, συμπεριλαμβανομένου και του συνεργατικού κινήματος, επίσης παρουσίασε εντυπωσιακή ανάπτυξη. Από το 1976 και μετά, σημειώθηκε εντυπωσιακή αύξηση του αριθμού των εταιρειών διεθνών δραστηριοτήτων που ιδρύθηκαν στην Κύπρο, προσελκυόμενες από ένα ευνοϊκό φορολογικό σύστημα σε αριθμό τομέων παροχής υπηρεσιών, όπως της ναυτιλίας, των τραπεζικών επιχειρήσεων, των ασφαλειών, της τεχνολογίας της πληροφορικής και της παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών. Σημαντικό ρόλο στην προσέλκυση αυτών των εταιρειών διεθνών δραστηριοτήτων διαδραμάτισαν επίσης λογιστικά και δικηγορικά γραφεία, ενισχύοντας την κατά τα άλλα μέτρια συμβολή των εταιρειών αυτών στη δημιουργία άμεσης απασχόλησης.

Όσον αφορά το νομισματικό σύστημα, η κυπριακή λίρα ήταν συνδεδεμένη μέχρι το 1972 με την αγγλική στερλίνα και στη συνέχεια με μία δέσμη νομισμάτων σταθμισμένων στη βάση προέλευσης των εισαγωγών, και από το 1992 μέχρι το 1999 με την Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα (EΝΜ). Η επιλογή αυτή βασίστηκε κυρίως στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη νομισματική περιοχή εστίαζε στη σταθερότητα των τιμών και στη μακροοικονομική σταθερότητα. Την 1 Ιανουαρίου 1999 η Κυπριακή λίρα συνδέθηκε με το ευρώ, ενώ την 1 Μαΐου 2004, η Κύπρος έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα χρόνια μεταξύ του 1999 και του 2004 σηματοδότησαν μία περίοδο εξομάλυνσης και την κατάργηση αρκετών στρεβλώσεων για την αποτελεσματική λειτουργία των αγορών, όπως την απελευθέρωση των επιτοκίων και της κίνησης κεφαλαίων καθώς και το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στον ανταγωνισμό. Στις 2 Μαΐου 2005 η κυπριακή λίρα εντάχθηκε στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ (ΜΣΙ), ενώ στις 10 Ιουλίου 2007, η κυπριακή λίρα κλειδώθηκε με το ευρώ στην κεντρική ισοτιμία €1=£0,585274. Η συνέχιση της εφαρμογής μιας σωστής συναλλαγματικής πολιτικής με τη βοήθεια μιας πειθαρχημένης δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής οδήγησαν στην απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομικών της ΕΕ να καθορίσει την κεντρική ισοτιμία ως την αμετάκλητη τιμή μετατροπής της κυπριακής λίρας σε ευρώ και να επιτρέψει στην Κύπρο να υιοθετήσει το ευρώ την 1 Ιανουαρίου 2008, με την ένταξή της στην Ευρωζώνη.

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωζώνη είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την απώλεια της αυτόνομης νομισματικής της πολιτικής. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έχει ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), το οποίο, από κοινού με τη Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), ασκεί νομισματική πολιτική για το σύνολο της Ευρωζώνης, με βάση τις συνθήκες που επικρατούν στη συγκεκριμένη περιοχή.

Συμπερασματικά, η κυπριακή οικονομία έχει επιδείξει αξιοσημείωτη πορεία το μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου μετά την ανεξαρτησία. Έχει αντιμετωπίσει επιτυχώς σοβαρούς εξωτερικούς κραδασμούς και έχει εκμεταλλευθεί μία σειρά από ευκαιρίες. Βασική κινητήρια δύναμη υπήρξε ο ανοιχτός χαρακτήρας της και η ετοιμότητα ανταπόκρισής της στις διεθνείς αγορές καθώς και η επιτυχημένη συνεργασία μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Η κυβέρνηση επένδυσε σε υποδομές απαραίτητες για την ανάπτυξη, και ο ιδιωτικός τομέας εκμεταλλεύτηκε εξωγενείς ευκαιρίες όπως την κρίση στον Λίβανο και τις αναπτυσσόμενες αγορές του Αραβικού κόσμου, της ανατολικής Ευρώπης και της Ρωσίας. Οι οικονομικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν εξασφάλισαν ένα ευνοϊκό πλαίσιο επιτοκίων και οικονομικής σταθερότητας καθώς και διευρυνόμενης δημοσιονομικής πολιτικής όταν έπρεπε, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η σχετική σταθερότητα των τιμών, μεγάλη αύξηση της απασχόλησης και άνοδος του βιοτικού επιπέδου.

Σημαντικά γεγονότα, όπως η προοπτική της ένταξης στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), την Ευρωπαϊκή Τελωνειακή Ένωση, την ΕΕ και την Ευρωζώνη χρησιμοποιήθηκαν με σύνεση για να στηρίξουν μεγάλες και για καιρό συζητούμενες μεταρρυθμίσεις. Οι καλές εργασιακές σχέσεις και η οικονομική μετανάστευση ενίσχυσαν μία σχετικά διαχειρίσιμη αύξηση των μισθών, και όταν η αύξηση των μισθών ξεπέρασε την παραγωγικότητα, επιταχύνθηκε η διαδικασία μετατροπής της κυπριακής οικονομίας σε οικονομία παροχής υπηρεσιών.

Κτίριο Κεντρικής Τράπεζας ΚύπρουΚτίριο Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου Αγωγός νερού Πλατφόρμα Noble Εσωτερικός χώρος στην πλατφόρμα Noble Νέος Διεθνής Αερολιμένας Λάρνακας Πλατφόρμα Πετρελαίου, Λεμεσός Μεταλλείο Σκουριώτισσας Βιομηχανία πλαστικών Βιομηχανία φαρμάκων Γήπεδο γκολφ (Φωτογραφία: Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού) Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου Ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, Πάφος Λιμάνι Λεμεσού

Η εκδήλωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 2008, ανέτρεψε την αναπτυξιακή πορεία, πλήττοντας περισσότερο τους τομείς των κατασκευών και του τουρισμού. Η Κυβέρνηση ακολούθησε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, με σκοπό το μετριασμό των επιπτώσεων της κρίσης στην οικονομία, επικεντρώνοντας τις προσπάθειες στους πληγέντες τομείς. Η συνεχιζόμενη δύσκολη παγκόσμια οικονομική κατάσταση, με το δεύτερο κύμα κρίσης, οδήγησε σε επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, που σε συνάρτηση με την επέκταση που είχε προηγηθεί, οδήγησε σε υπερβολικά ψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και μη διατηρήσιμα δημόσια οικονομικά. Η δημοσιονομική εξυγίανση έγινε πρωταρχικός στόχος, καθώς αποτελεί κλειδί για τη διεθνή αξιοπιστία της οικονομίας μας. Καταφέραμε να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση με σοβαρό και πειστικό τρόπο, αντιμετωπίζοντας τα διαρθρωτικά προβλήματα που ήρθαν πιο έντονα στην επιφάνεια.

Η συνέχιση της επικέντρωσης στο στόχο της δημοσιονομικής εξυγίανσης, είναι βασική προϋπόθεση για μια μακρόχρονα βιώσιμη ανάπτυξη. Το ίδιο βασικό είναι και η σταθερή διοχέτευση ρευστότητας στην οικονομία.

Ταυτόχρονα, η διεθνής οικονομική κρίση ανέδειξε κι άλλα διαρθρωτικά προβλήματα, κυρίως αναφορικά με την ανταγωνιστικότητα της κυπριακής οικονομίας, τα οποία πρέπει να αντιμετωπισθούν ώστε να μην θέσουν σε κίνδυνο τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας. Παρόλα αυτά, είναι γνωστό ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές παίρνουν χρόνο να αποδώσουν στην πραγματική οικονομία. Η Κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα για άμεση προώθηση της ανάπτυξης, έχει ήδη θέσει σε εφαρμογή μια σειρά από αναπτυξιακά μέτρα. Τα μέτρα αυτά στοχεύουν, μεταξύ άλλων, στην ενθάρρυνση της απασχόλησης, στην αναβάθμιση του πλαισίου προσέλκυσης ξένων επενδύσεων, στη στήριξη του τουρισμού, στην ανάπτυξη της γης και την πράσινη ανάπτυξη, στην εισαγωγή εγγυοδοτικού μηχανισμού για διευκόλυνση της χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, κλπ. Πρόσθετα, ο αναπτυξιακός σχεδιασμός περιλαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα για τόνωση των επενδύσεων.

Σημαντικές αναπτυξιακές προοπτικές προσφέρει η πρόσφατη ανακάλυψη πλούσιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου στο οικόπεδο 12 της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κύπρου. Η Κυβέρνηση βρίσκεται σήμερα στη διαδικασία αδειοδότησης για εξορύξεις και σε άλλα οικόπεδα της ΑΟΖ, ενώ παράλληλα διερευνά καλές πρακτικές όσον αφορά τους τρόπους αξιοποίησης των εσόδων από τις έρευνες για εξόρυξη και την οικονομική εκμετάλλευση του φυσικού αερίου στην ΑΟΖ της Κύπρου.

 
Copyright © 2012 Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών (ΓΤΠ). Πνευματικά Δικαιώματα. | Αποποίηση.
Designed by Byte Digital Agency. Developed by Istognosis.